Μιὰ
φορὰ κι ἕναν καιρὸ ἦταν ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα ποὺ ὡμίλουν τὴν γλῶσσα τοῦ Θεοῦ. Τὰ
παιδιά τους κάποια στιγμή, στὴν Ἐδὲμ τῆς Μεσοποταμίας, ἐπῆραν τὰ μυαλά τους ἀέρα
καὶ ἐπίστευσαν ὅτι μὲ τὴν τεχνολογία θὰ ἐγένοντο θεοί. Καὶ ἔτσι ἔκτισαν ἕναν
πύργο στὴν Βαβὲλ τῆς Βαβυλῶνος στοὺς κήπους τῆς Μεσοποταμίας τῆς Ἐδέμ, γιὰ νὰ
φθάσουν νὰ συνομιλήσουν μὲ τὸν Θεὸ ποὺ
τοὺς εἶχε ῥίξει κάτω στὴν γῆ.
Τότε
ὁ Θεὸς τοὺς ἐτιμώρησε καὶ γιὰ νὰ σταματήσουν τὴν κατασκευὴ τοῦ πύργου ἔμπλεξε τὴν
κοινή τους γλῶσσα μὲ ἄπειρες ἄλλες καινούργιες
ποὺ τοὺς ἐχώρισαν καὶ δὲν ἠμπόρεσαν
πλέον νὰ συνεννοηθοῦν γιὰ νὰ συνεχίσουν τὸ κτίσημο τοῦ Πύργου.
Ἔκτοτε ἡ ἰσχὺς μέσῳ πολέμων ἐπέβαλε κάθε φορὰ ἐπὶ τῶν ὑπολοίπων τὴν γλῶσσα τῶν ἰσχυροτέρων ποὺ ἦταν τὰ ἑλληνικά. Διακόσια ὅμως χρόνια πρὸ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Χριστοῦ, στὴν Ἰταλία ποὺ ὁλόκληρη ὡμίλη ὡς Ῥωμαῖοι τὰ ἑλληνικά, σὲ μία ἐπαρχία νοτίως τῆς Ῥώμης, μὲ τὸ ὄνομα Λάτιουμ, ποὺ ἡ Ῥώμη κατέκτησε κατόπιν τριῶν πολέμων, ἕνας μεγαλογαιοκτήμων χωριάτης, ὁ Κάτων, ἐπείσμωσε και εἶπε: θὰ γράψω στὰ χωριάτικα τοῦ χωριοῦ μου ποὺ εἶναι τὰ λατινικά, ἀντὶ τῶν ἑλληνικῶν.
Κατόπιν
αὐτοῦ ἦλθε ἕνας ἄλλος Ῥωμαῖος, ὁ Βιργίλιος καὶ εἶπε καὶ αὐτὸς νὰ γράψῃ στὰ χωριάτικα,
τὰ λατινικά, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἦταν μεγάλος ποιητὴς ἔγραψε τὸ ποίημά του, τὴν «Αἰνειάδα», ποὺ ἐξηγοῦσε ὅτι οἱ Ῥωμαῖοι ἦσαν Τρῶες τοῦ ἥρωος Αἰνείου, δηλαδὴ Ἕλληνες, σὲ
τόσο ὡραίους στίχους ποὺ τὰ χωριάτικα αὐτὰ ἀπέκτησαν τίτλους εὐγενείας.
Τὸν
ἴδιο καιρό, ὁ ἡγέτης τῆς Ῥώμης, ὁ Καῖσαρ, συνεκρότησε στρατὸ ἀπὸ ἀγρότες τοῦ
Λάτιουμ καὶ τοὺς ἐξαπέστειλε στὴν δυτικὴ Εὐρώπη γιὰ νὰ τὴν κατακτήσῃ, στὴν χώρα
τῶν Γαλατῶν, οἱ ὁποῖοι στρατιῶτες ἐπέβαλαν ὄχι τὰ ἑλληνικὰ ποὺ ὡμιλοῦσε ὁ ἀρχηγός
τους ἀλλὰ τὰ χωριάτικα, τὰ λατινικά ποὺ ὡμίλουν αὐτοί.
Κατόπιν
τῶν Γαλατῶν ἐκατέβησαν ἀπὸ τὰ βόρεια οἱ Γερμανοί -Φράγκοι καὶ Γότθοι καὶ Ἀγλλοσάξωνες- μὲ τὴν γερμανικὴ γλῶσσα τους καὶ ἔτσι ἡ δυτικὴ
Εὐρώπη ἐχωρίσθη σὲ δύο γλῶσσες : τὰ
λατινικὰ καὶ τὰ γερμανικὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐπῆλθαν καὶ τὰ ἀγγλικά, μεῖγμα
γαλλολατινικῶν καὶ γερμανικῶν ἀγγλοσαξωνικῶν.
Μέχρι
τὸ τέλος τοῦ δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, τὰ λατινογενῆ γαλλικὰ ἦσαν ἡ γλῶσσα ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης ἐκτὸς τῶν χωριατῶν ποὺ ὡς
συνήθως ὡμίλουν μόνον τὶς τοπικές τους γλῶσσες. Τὰ ἀγγλικὰ βρεταννικά, ἄν καὶ ἦταν ἡ γλῶσσα τῆς τότε παγκοσμίου βρεταννικῆς Αὐτοκρατορίας τὴν ἐγνώριζαν μόνον οἱ ἔμποροι.
Μετὰ
ὅμως τὸ τέλος τοῦ δευτέρου παγκοσμίου πολέμου ἐπεβλήθη σὲ ὅλον τὸν πλανήτη μία
βάρβαρη χώρα, οἱ ΗΠΑ, χωρὶς πολιτισμό, ἐκτὸς τῆς ἀκράτου βίας ποὺ ἐξέπεμπε ἡ
πολεμική της ἰσχύς καὶ ποὺ ὡμίλει ἀμερικανικά,
μία βάρβαρη διάλεκτος τῶν βρεταννικῶν, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλε σὲ ὅλον τὸν πλανήτη
μαζὶ μὲ τὴν λατρεία της τῆς καθημερινῆς βίας.
Στὴν
ἄλλη ἄκρη ὅμως τοῦ πλανήτου ἕνα δεύτερος τεράστιος πολιτισμός, ἐφάμιλλος τοῦ Ἑλληνικοῦ,
ἀφυπνίσθη καὶ ἤρχισε νὰ ἐξαπλώνεται, μαζὶ μὲ τὴν γλῶσσα του σὲ ὅλην τὴν Οἰκουμένη
εἰς βάρος τῶν ἀμερικανικῶν.
Μία
παγκόσμια γλῶσσα ἐπιβάλλεται παράλληλα μὲ τὴν πολεμικὴ ἰσχύ. Ἡ ἐπιβολὴ τῶν
κινεζικῶν σὲ ὅλον τὸν πλανήτη εἰς βάρος τῶν ἀμερικανικῶν θὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ τὴν ἔκβασι
τῆς ἀμερικανοκινεζικῆς ἀναμετρήσεως.
Ἐμεῖς
ὡς Ἕλληνες, ὑποχρεωτικὰ ἐπιλέγομε τὸ ἀμερικανικὸ στρατόπεδο ἐπειδὴ ἡ βάρβαρη
τούτη χώρα προέρχεται ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ νεφέλωμα, ξένο πρὸς τὸ κινεζικὸ νεφέλωμα.
Ἁπλῶς προσπαθοῦμε στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ἀμερικανικοῦ νεφελώματος νὰ πείσωμε τοὺς
συγγενεῖς βαρβάρους μας ὅτι ἡ τελικὴ ἐπικράτησίς τους ἔναντι τῶν Κινέζων εἶναι ὁ
περαιτέρω ἐξελληνισμός τους καὶ ἡ παραδοχὴ τῶν ἑλληνικῶν ὡς παγκοσμία ἐκπολιτιστικὴ
γλῶσσα.
Δημήτρης Κιτσίκης 1η Ἰανουαρίου 2021



